άπτερος

άπτερος
ος , ον см. άφτερος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "άπτερος" в других словарях:

  • Ἄπτερος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπτερος — without wings masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπτερος — κ. άφτερος, η, ο (AM ἄπτερος, ον) αυτός που δεν έχει ή δεν έβγαλε ακόμη φτερά, ο απτέρωτος αρχ. (για λόγο) 1. αυτός που δεν έχει λεχθεί, ανείπωτος 2. αυτός που δεν έχει επιβεβαιωθεί, αβέβαιος, αβάσιμος 3. επίθ. της Αθηνάς Νίκης, που εικονιζόταν… …   Dictionary of Greek

  • Ἀπτέρω — Ἄπτερος masc nom/voc/acc dual Ἄπτερος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέρω — ἄπτερος without wings masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄπτερος without wings masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέρως — ἄπτερος without wings adverbial ἄπτερος without wings masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπτερον — ἄπτερος without wings masc/fem acc sg ἄπτερος without wings neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀπτέροις — Ἄπτερος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέροις — ἄπτερος without wings masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀπτέρου — Ἄπτερος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτέρου — ἄπτερος without wings masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»